Μητροπολίτου Νικοπόλεως & Πρεβέζης
Χρυσοστόμου
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ
Τό
σημαντικότερο παράδειγμα ἀπό τά Εὐαγγέλια, αὐτό πού δίνει τό μέτρο καί τόν
τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὀφείλει ὁ χριστιανός
νά ἀντιμετωπίζει τό φαινόμενο τοῦ θανάτου εἶναι ἡ περίπτωση τῆς ἀνάστασης τοῦ
φίλου τοῦ Χριστοῦ Λαζάρου. Ὁ Χριστός, ὅπως ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης,
«ὅταν τήν εἶδε (τήν Μάρθα) νά κλαίει, νά κλαῖνε καί οἱ Ἰουδαῖοι πού εἶχαν ἔρθει
μαζί της, λυπήθηκε βαθιά καί ταράχτηκε, καί εἶπε: ποῦ τόν ἔχετε βάλει; καί τοῦ
λένε: Κύριε, ἔλα καί δές. Ὁ Ἰησοῦς ἐδάκρυσε. Δές πόσο τόν ἀγαποῦσε!, ἔλεγαν οἱ
Ἰουδαῖοι»[1].
Λυπήθηκε
καί δάκρυσε γιά τόν φίλο Του τό Λάζαρο, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Μέγας Βασίλειος
ἐξηγεῖ τήν ἐκδήλωση αὐτή τοῦ Κυρίου γράφοντας ὅτι: «Ὁπωσδήποτε γιά νά ἐπανορθώσει
τήν κατώδυνη καί ταπεινωτική συμπεριφορά ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θρηνοῦσαν
ὑπερβολικά καί ὀδύρονταν γιά τίς συμφορές τους. Καί ὅτι τό δάκρυ τοῦ Κυρίου δέν
γεννήθηκε ἀπό κάποιο πάθος, ἀλλά ἦταν διδακτικό γιά τούς ἀνθρώπους, γίνεται
φανερό ἀπό αὐτό πού εἶπε: “Ὁ φίλος μου ὁ Λάζαρος κοιμήθηκε, ἀλλά θά πάω τώρα νά
τόν ξυπνήσω”. Ποιός ἀπό μᾶς θά ἔκλαιγε καί θά ὂδυρόταν γιά ἕνα φίλο του πού
κοιμόταν, τόν ὁποῖο σέ λίγη ὥρα ἐπρόκειτο νά τόν ξυπνήσει;[2]».
Ρωτᾶ, λοιπόν, ὁ Μέγας Βασίλειος τόν ἀναγνώστη ἤ τόν ἀκροατή του:
«Πῶς
εἶναι δυνατόν ἐκεῖνος πού ἐπρόκειτο νά κάνει ἕνα τέτοιο θαῦμα, νά θεωροῦσε ἄξιο
δακρύων τό συμβάν τοῦ θανάτου τοῦ Λαζάρου;». Καί δίδει τήν ἀπάντηση ὁ ἴδιος:
«Μέ τήν συμπεριφορά του, μᾶς καθοδήγησε, ὥστε καί νά συμμετέχουμε στόν πόνο,
ἀλλά νά μήν ἀφηνόμαστε στήν ὑπερβολική ἔκφραση τῆς λύπης καί σέ θρήνους, γιατί
αὐτή εἶναι ἔλλειψη εὐγενείας καί χριστιανικοῦ ἤθους[3]».
Ἀλλά
καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στήν πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄ Ἐπιστολή τονίζει: «Θέλουμε
νά ξέρετε, τί θά γίνει μέ αὐτούς πού πέθαναν, γιά νά μή λυπᾶστε καί ἐσεῖς ὅπως
καί οἱ ἄλλοι, πού δέν ἐλπίζουν πουθενά. Γιατί, ἀφοῦ πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς
πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι καί ὁ Θεός αὐτούς πού πέθαναν πιστεύοντας στόν
Ἰησοῦ θά τούς ἀναστήσει γιά νά ζήσουν μαζί του»[4].
Ἑπομένως,
ἡ μελέτη τῶν Εὐαγγελίων διδάσκει ὅτι αὐτό πού κοινῶς ἀποκαλεῖται «θάνατος» ὁ
Χριστός τό ὀνόμασε «κοίμηση». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐρμηνεύει αὐτή τήν
«ὁρολογία» ὡς ἑξῆς[5]: «... Ὁ ἀπόστολος Παῦλος,
δέν χρησιμοποίησε τήν διάκριση τῶν λέξεων μέ ἐπιπολαιότητα, οὔτε ἄσκοπα, ἀλλά
γιά νά διδάξει κάτι σοφό καί μεγάλο. Στήν περίπτωση δηλαδή τοῦ Χριστοῦ τόν
ὀνόμασε «θάνατο», γιά νά βεβαιώσει τό πάθος του. Στήν περίπτωση ὅμως τήν δική
μας «κοίμηση [...] καί μ᾿ αὐτήν τήν ὀνομασία μᾶς παρηγορεῖ καί μᾶς γεμίζει
καλές ἐλπίδες. Διότι αὐτός πού κοιμᾶται, ὁπωσδήποτε θά ἀναστηθῆ, καί τίποτε
ἄλλο δέν εἶναι ὁ θάνατος παρά ὕπνος μακρύς[6]».
Ὁ
Ἰωάννης Χρυσόστομος δέν ἀπαγορεύει τήν ἀθυμία, οὔτε τήν λύπη καί τό πένθος,
ἀλλά ζητεῖ νά μήν ἀγανακτοῦμε καί νά μήν πενθοῦμε ὑπέρμετρα. Δέν δέχεται τήν
βαθειά λύπη καί τό ἀπρεπές πένθος, τήν ἀπελπισία καί τήν ἀγανάκτηση, ἀλλά
συνιστᾶ τήν εὐχαριστία πρός τό Θεό. Πένθος πού συνοδεύεται ἀπό ἀνάλογες
ἐκδηλώσεις προσβάλλει τόν θανόντα καί
ἐξοργίζει τόν Θεό, ἀφοῦ οὐσιαστικά καταφέρεται ἐναντίον Του θεωρώντας Τον ἄδικο[7].
Ὁ
ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἔγραφε πρός τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο γιά τόν θάνατο τῆς
ὀκτάχρονης κόρης του Πουλχερίας: «Ἄν ἔφυγε τό παιδί ἀπό ἐσένα πῆγε στό Δεσπότη
τῶν πάντων. Ἔκλεισε γιά σένα τά μάτια, ἀλλά τά ἄνοιξε στήν λάμψη τοῦ αἰωνίου
φωτός, ἔφυγε ἀπό τήν τράπεζά σου, ἀλλά συμμετέχει σέ ἀγγελική βασιλεία καί πῆγε
στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Λυπᾶσαι πού δέν βλέπεις τό φυσικό κάλλος της, γιατί
δέν μπορεῖς νά δεῖς τό ψυχικό της κάλλος, πρέπει νά χαίρεσαι πού δέν ἔζησε
δυσάρεστα πράγματα καί δέν δοκίμασε λύπες[8]».
(Ἀπόσπασμα
ἀπό τήν εἰσήγησή του «Τρόποι ἀντιμετωπίσεως τοῦ πένθους», πού ἔγινε σέ σύναξη ἱερέων
τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν).
[5] Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Χρυσοστόμου, Εἰς τόν πτωχόν Λάζαρον Ε΄, ΕΠΕ 25, 552-576.
[6] » » » » » , Παρηγορία Πενθούντων (Θάνατος, Πένθος,
Μνημόσυνα), ἔκδοσις Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα
Σκήτη Ἁγίου Ὄρους, σελ. 85.