Καλώς ήλθατε στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ.




Στις 30 Ιανουαρίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ. στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως μας πραγματοποιήθηκε εκδήλωση προς τιμή των Τριών Ιεραρχών προστατών της παιδείας μας.
Την εκδήλωση προλόγισε ο Γεν. Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεώς μας π. Δημήτριος Ντούσκας.
Αμέσως μετά έγινε προβολή σχετικού βίντεο με θέμα την ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών.
Εν συνεχεία η χορωδία της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής έψαλε επίκαιρους ύμνους υπό την διεύθυνση του Πρωτοψάλτη κ. Νεκταρίου Θάνου.

Βασική ομιλήτρια ήταν η κα Βασιλική Σφονδύλη Διευθύντρια της Β/θμιας εκπαίδευσης Πρεβέζης η οποία ανέπτυξε το θέμα: «Οι τρείς Ιεράρχες και το παιδαγωγικό τους έργο».
         Την εκδήλωση έκλεισε με σύντομη ομιλία του ο κ. Λάζαρος Συνέσιος και ο Σεβ. Μητροπολίτης μας με ευχές.   




Ακολουθεί η ομιλία της κ. Βασιλική Σφονδύλη:
ΒΑΣΙΛΙΚΗ  Θ. ΣΦΟΝΔΥΛΗ
Διευθύντρια Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πρέβεζας

Σεβασμιώτατε,
   Αποτελεί τιμή για μένα, να μιλήσω σήμερα, για τους Τρεις Ιεράρχες . Σας ευχαριστώ.
Σεβαστοί πατέρες,
κ. Δήμαρχε,
κύριοι εκπρόσωποι των αρχών
κύριοι Διευθυντές Σχολείων
αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί γονείς, μαθητές
κυρίες και κύριοι,

Οι Τρεις Ιεράρχες και το παιδαγωγικό έργο τους *
Εκκλησία και Εκπαίδευση τιμούν σήμερα τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών, που με το βαθύ φιλοσοφικό τους στοχασμό, τη μεγάλη και βαθιά πίστη και τη θερμή τους αγάπη στο θεό και τον άνθρωπο, αναδείχθηκαν μεγάλοι παιδαγωγοί και οικουμενικοί διδάσκαλοι, επιφανείς ρήτορες και συγγραφείς, πρότυπα φιλανθρωπίας και αρετής.
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται ως ο Αριστοτέλης του χριστιανισμού, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ως ο Πλάτων της χριστιανικής φιλοσοφικής σκέψης και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως ο Δημοσθένης της χριστιανικής αγάπης. Ο παραλληλισμός δεν είναι τυχαίος, αφού πέτυχαν να συγκεράσουν αρμονικά την αρχαία ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία, με τη χριστιανική παιδεία.

Η καθιέρωση του συνεορτασμού τους την 30η Ιανουαρίου, επετεύχθη επί αυτοκρατορίας Αλεξίου Κομνηνού, το 1100 (μ.Χ.), όταν ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης Μαυρόπους, προκειμένου να δώσει τέλος στη διαμάχη των χριστιανών και να συμφιλιώσει τις τρεις παρατάξεις, που διαφωνούσαν για το ποιος από τους τρεις ιεράρχες ήταν ο σπουδαιότερος, το πρότεινε στον Πατριάρχη, καθιστώντας  έτσι και τους τρεις ισοϋψείς μεταξύ τους. 
Επτά αιώνες αργότερα, το 1826 (μ.Χ.) ο Δημήτριος Φρειδερίκος Γκίλφορντ, ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας και ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος, ο πρώτος σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης αργότερα, καθιέρωσαν την ημέρα γιορτής των Τριών Ιεραρχών, ως ημέρα αφιερωμένη στην Ελληνική και Επτανησιακή Παιδεία.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1842 (μ.Χ.) το Πανεπιστήμιο Αθηνών καθιέρωσε για όλη την ελεύθερη Ελλάδα την εορτή των  Τριών Ιεραρχών, ως ημέρα αφιερωμένη στην Παιδεία και τα Γράμματα.
Από τότε, οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται προστάτες των μαθητών, των φοιτητών και των σπουδαζόντων εν γένει, και η ημέρα γιορτής τους είναι σχολική αργία.
Οι τρεις ιεράρχες έζησαν κατά το δεύτερο μισό του 4ου μ.Χ. αιώνα, τον χρυσό, όπως ονομάστηκε, αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων.
Ήταν και οι τρεις γόνοι ευκατάστατων κοινωνικά , οικονομικά και μορφωτικά οικογενειών. Κάτοχοι αξιοζήλευτης παιδείας και καλλιέργειας, που εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Στις καλύτερες σχολές και δίπλα στους αρίστους των δασκάλων της εποχής τους σπουδάζουν τα πάντα: ρητορική, φιλοσοφία, θεολογία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική. Στην κορύφωση της νιότης και των σπουδών τους, εκεί, που οι δρόμοι για την εξουσία, τη δόξα, τον πλούτο και την καταξίωση ήταν ανοικτοί, αποσύρονται στην έρημο, προσφέρουν την περιουσία τους γιατί αγάπησαν βαθιά το Θεό και τον άνθρωπο. Με τα μέτρα της εποχής μας «απέτυχαν» γιατί άφησαν τη δόξα, την εξουσία και τις τιμές, όπως, τιμητικά καθηγητικά καθήκοντα, προσοδοφόρα δικηγορία και ρητορική, περίφημα εκκλησιαστικά αξιώματα για να μοιραστούν τη χαρά, τον κόπο και τον πόνο των συνανθρώπων διακονώντας τους ολόκληρη τη ζωή τους. Για τους σύγχρονους Έλληνες ήταν ίσως «εκτός πραγματικότητας», «αιθεροβάμονες».
Με την άρτια κλασσική εκπαίδευση, που έτυχαν σε ελληνικές φιλοσοφικές σχολές, αφομοίωσαν τους πνευματικούς θησαυρούς της αρχαιότητας. Με την προσπάθειά τους άρχισε να συντελείται η σταδιακή μεταφορά της αρχαίας κληρονομιάς στο βυζαντινό χώρο. Διαδραμάτισαν σαφή ρόλο «γεφυροποιών» στην πολιτιστική και πνευματική ιστορική συνέχεια. Σ΄ αυτούς οφείλεται η τελική σύνθεση του νεοπλατωνισμού και της χριστιανικής διδασκαλίας, που εφοδίασε το χριστιανισμό με θεωρητικές βάσεις και τον επέβαλε στους πνευματικούς κύκλους για πρώτη φορά.
Έκαναν το Χριστιανισμό παγκόσμια πίστη, που συνδιαλέγεται με όλο τον κόσμο. Και το πέτυχαν περνώντας μέσα από τη σκέψη της αρχαίας γνώσης και της φιλοσοφίας, που είχε διαποτίσει τότε όλη την οικουμένη. Πρόκειται, στην ουσία, για μια συμφιλίωση της αρχαίας σοφίας με το χριστιανικό κήρυγμα. Ο ρωμαϊκός και ο χριστιανικός κόσμος ήταν, με την εμφάνιση του δεύτερου, στην ουσία, δύο αντίθετοι κόσμοι, αφού στη χαρά της επίγειας ζωής, που αποτελούσε γνώρισμα του ελληνικού πολιτισμού, ο χριστιανισμός υποστήριζε τη μακαριότητα της επουράνιας ζωής. Επίσης, στην αγάπη προς το κάλλος του λόγου, που υποστήριζε ο αρχαίος κόσμος για το χριστιανισμό, υπερτερούσε η απλή θρησκευτική αλήθεια, στο θαυμασμό προς την τέχνη της αρχαιότητας, η αδιαφορία, για όσα δεν οδηγούσαν στη λύτρωση του ανθρώπου. Ακόμη στον ορθολογισμό της ελληνικής φιλοσοφίας και σκέψης, όπως και στις εντολές της ανθρώπινης ηθικής, ο χριστιανισμός προβάλλει το μυστικισμό της Αποκάλυψης και τις εντολές του Θεού. Το « κατά φύσιν ζην» του αρχαίου κόσμου, έγινε το «κατά Θεόν ζην» της νέας θρησκείας. Με τη μέγιστη συνδρομή και το φωτεινό παράδειγμα των Τριών Ιεραρχών εκλείπει σταδιακά ο φόβος προς την ελληνική φιλοσοφία και τη ρητορική. Η αρχαία ελληνική παιδεία δεν είναι κάτι το επικίνδυνο και απαγορευμένο για τους Χριστιανούς, αλλά πανανθρώπινο αγαθό. 
Αν κανείς ήθελε να προσδιορίσει, σε γενικές γραμμές, το χωροχρονικό και πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έζησαν και έδρασαν οι Τρεις Ιεράρχες, θα τόνιζε ότι πρόκειται σίγουρα για μια ταραγμένη εποχή, καθώς έχουμε την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τη χαραυγή του βυζαντινού κράτους, με ριζικές αλλαγές στους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς. Οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, κυρίως προς την πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, προκαλούν κοινωνικές αναστατώσεις, ανισότητες και αντιθέσεις με όλες τις αρνητικές συνέπειες που τις συνοδεύουν. Ακόμη δυσμενέστερη εμφανίζεται η κατάσταση στον ίδιο το χριστιανικό κόσμο, αφού μπορεί να έχουμε μια μαζική προσχώρηση ατόμων στη νέα θρησκεία. Ωστόσο, απουσιάζει η κατάλληλη πνευματική προετοιμασία και δοκιμασία, με συνέπεια την ηθική και πνευματική κατάπτωση. Ως εκ τούτου, παρατηρείται μία αισθητή διαφοροποίηση από τους πρώτους χριστιανούς, που αποτελούσαν τους πραγματικούς εκφραστές και ενσαρκωτές της αληθινής χριστιανικής ζωής. Στην ίδια χρονική περίοδο, εντάσσονται οι αιρέσεις και οι δογματικές διενέξεις, οι θρησκευτικές διαμάχες, η πολιτική αστάθεια, ο καιροσκοπισμός, οι κοινωνικές διακρίσεις και ανισότητες, η αδικία, η υποκρισία.
Οι Τρεις Ιεράρχες, γνήσιοι εκφραστές της χριστιανικής αγάπης, έπρεπε να αντιπαλέψουν με όλα αυτά τα φαινόμενα, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες. Έτσι, διώχτηκαν, ταλαιπωρήθηκαν, εξορίστηκαν, εκθρονίστηκαν από επισκοπικούς θρόνους. Ήταν το υψηλό τίμημα που πλήρωσαν για το θάρρος, το ελεύθερο φρόνημα, την κριτική τους στάση απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία και τη χριστιανική πίστη που επέδειξαν. Οι ίδιοι θα αναφερθούν στο έργο τους και θα περιγράψουν αυτές τις τραγικές καταστάσεις με ανάγλυφο και παραστατικό τρόπο.
Ας μη μας διαφεύγει, ότι στην εποχή που αναφερόμαστε, σε ένα πολύ μεγάλο γεωγραφικό χώρο, που περιλάμβανε την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και την Εγγύς Ανατολή, δηλαδή, στον ευρύ αυτό χώρο των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, ήταν εξαπλωμένη η ελληνική παιδεία ανεξαρτήτως εθνικότητας και μαζί με αυτή φυσικά και η ελληνική γλώσσα. Οι εγγράμματοι της εποχής είχαν ελληνική παιδεία και γνώριζαν ελληνικά. Οι Τρεις Ιεράρχες έγραψαν και καλλιέργησαν την ελληνική γλώσσα της εποχής, ενώ μίλησαν και για την ανάγκη προστασίας της.
Μέσα από την ελληνική τους παιδεία, τη μελέτη των μεγάλων Ελλήνων στοχαστών και φιλοσόφων (Ηρακλείτου, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Δημοσθένη και άλλων), αλλά και με πυξίδα την χριστιανική αλήθεια ανέπτυξαν αξιοθαύμαστο έργο, όχι μόνο θεολογικό, αλλά και ανθρωπιστικό. Ευρύ και πολύμορφο από άποψη εκκλησιαστική, ηθική, πολιτιστική, κοινωνική και παιδαγωγική.
Ας σταθούμε ιδιαίτερα στο παιδαγωγικό τους έργο.
Αν κανείς ερευνήσει τη σκέψη των Τριών Ιεραρχών θα διαπιστώσει ότι με το έργο τους προτείνουν έναν δρόμο διαφορετικό για την Παιδεία. Μία πρόταση παιδείας τολμηρή στην εποχή τους, με βασική της επιδίωξη, τη συμβολή στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που θα είναι σε θέση να συμμετέχει ενεργά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.
Εκτός από τα δύο συγγράμματα, αφενός μεν, του Μεγάλου Βασιλείου, με τίτλο, «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» αφετέρου δε, του Ιωάννη του Χρυσοστόμου «περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα», καθώς και την εκτενή αναφορά του Γρηγορίου στον επιτάφιο λόγο του, για το φίλο του, το Μ. Βασίλειο, με θέμα «Γιατί η παιδεία είναι το πρώτιστο αγαθό», δεν υπάρχει άλλη αυτοτελής μελέτη των Τριών Ιεραρχών με συγκεκριμένο παιδαγωγικό περιεχόμενο. Ωστόσο, είναι πρόδηλο, ότι στο συνολικό τους έργο υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές σε θέματα παιδείας, οι οποίες μάλιστα καλύπτουν μία διευρυμένη θεματική, καθώς και πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές και παραμέτρους του θέματος. Και βέβαια με κάθε αναφορά τους σε θέματα παιδείας, δεν εννοούν την εκπαίδευση, τουλάχιστον όπως κατανοείται σήμερα, δηλαδή, ως μια  προσπάθεια ταχύρρυθμης μόρφωσης με στόχο τη βελτίωση του οικονομικού και κοινωνικού επιπέδου.
Γνώστες και μελετητές του αρχαίου κόσμου, αφού είχαν σπουδάσει στις σημαντικότερες Σχολές της εποχής, κοντά σε Έλληνες φιλοσόφους και ρήτορες και αναδείχτηκαν τεχνίτες του ελληνικού λόγου με χριστιανικό περιεχόμενο, προτρέπουν τους νέους στη μελέτη του κόσμου αυτού.
Είναι μάλιστα βέβαιοι, ότι οι νέοι θα ωφεληθούν τα μέγιστα από τη μελέτη αυτή, με έναν καθοριστικό όμως όρο, που αναφέρεται στη σωστή επιλογή εκείνων των περιεχομένων από τον αρχαίο κόσμο, που είναι χρήσιμα για τη ζωή τους.
Θα προειδοποιήσει ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων»: «Κι όπως ακριβώς κόβοντας το τριαντάφυλλο, αποφεύγουμε τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς, έτσι, και από τα κείμενα αυτά, θα πάρουμε ό,τι είναι χρήσιμο και θα φυλάξουμε τον εαυτό μας, απ’ ό,τι επιζήμιο».
Αξίζει να αναφέρουμε ότι το έργο αυτό του Βασιλείου, αντλεί παραδείγματα από τους «Παράλληλους Βίους» και τα «Ηθικά» του Πλουτάρχου, αναδεικνύει τα θετικά, που πρέπει να πάρουν οι νέοι από τους αρχαίους, αλλά και όσα αρνητικά πρέπει αυτοί να αποφύγουν.
Πρωταρχικός σκοπός της αγωγής και μάθησης, για τους προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας, είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εξοπλισμένος με ελεύθερη και κριτική σκέψη και μυημένος σε μεθόδους προσέγγισης της φυσικής, ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας,  είναι ικανός να προσανατολιστεί με ασφάλεια και να δράσει δημιουργικά και υπεύθυνα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Η παιδεία που προτείνουν είναι κοινωνική, ανατρεπτική κάθε πραγματικής ή υποθετικής σύγκρουσης προσώπου και κοινωνίας.
Με απλά λόγια οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου. Πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας».
Διαθέτοντας οι ίδιοι ευρύτατη παιδεία, πίστευαν στην Παιδεία που προσφέρει μεν γνώσεις αλλά κυρίως διαπλάθει ήθος και χαρακτήρα. Δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων.
Ουσία της παιδείας είναι η αγωγή και δεν νοείται αγωγή χωρίς «πνευματικά μαθήματα» και «επιμέλεια ψυχής», προειδοποιεί ο Χρυσόστομος. "Παιδεία εστί ου την υδρίαν πληρώσαι, αλλά ανάψαι αυτήν" έλεγε ο Πλάτων. Δηλαδή, γεμίζουμε το κεφάλι του παιδιού με γνώσεις και αφήνουμε σβησμένη την ψυχή του.
Η επιμονή των Ιερών Πατέρων στην αγωγή της ψυχής, και μάλιστα κατά Χριστόν, δεν σημαίνει ότι υποτιμούν τη σημασία των γνώσεων ή την σπουδαιότητα των γραμμάτων. Σημαίνει διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών του ανθρώπου: πρώτα το πνεύμα και μετά το σώμα, πρώτα η αγωγή και μετά η γνώση. Ο Ιερός Χρυσόστομος προλαμβάνει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις: «Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν». Και σε άλλο σημείο:  «Πάντα δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων» (Όλα ας έχουν μια δεύτερη, μια κατώτερη θέση, μπροστά στην αγωγή και τη φροντίδα των νέων), όπως και «από της εστίας η παιδεία», δηλ. από το σπίτι ξεκινάει η καλλιέργεια, η παιδεία. Για να φθάσει στο μεγαλειώδες « Η παιδεία μετάληψις αγιότητος έστι». Στον Πλάτωνα, άλλωστε, αποδίδεται ο παράλληλος λόγος: «επιστήμη χωριζομένης αρετής, πανουργία και ου σοφία φαίνεται».
                        Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η ρήση του Χρυσοστόμου, πως το κυρίαρχο, που ανατρέπει και επηρεάζει ολόκληρη την οικουμένη είναι η αδιαφορία που επιδεικνύουμε προς τα παιδιά μας. Ασφαλώς, η αδιαφορία αυτή έχει να κάνει πρωτίστως, με τους ίδιους τους γονείς και αφορά περισσότερο τη φροντίδα και την αγωγή της ψυχής των παιδιών και όχι τόσο τη σωματική τους ευεξία.
Ως «Τέχνη τεχνών» και «επιστήμη των επιστημών», θα χαρακτηρίσει το έργο της αγωγής και της παιδείας των νέων, ο Γρηγόριος, αναδεικνύοντας στοιχεία και παραμέτρους, που έχουν να κάνουν αφενός με την τέχνη της διδασκαλίας, και αφετέρου, με τη γνώση του αντικειμένου.
Μελετώντας κανείς, τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για θέματα αγωγής και διδασκαλίας των νέων, συναντά στα κείμενά τους προβληματισμούς και προτάσεις, όμοιες με τις πλέον προωθημένες της εποχής μας, στις επιστήμες της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. Διακηρύσσει ο Ιωάννης  ο Χρυσόστομος: «Ουδέν γάρ ούτω προς διδασκαλίαν επάγωγον, ως το φιλείν και φιλείσθαι», ήτοι «Τίποτε δε βοηθάει και δεν ενισχύει περισσότερο τη διδασκαλία, όσο η αμοιβαία αγάπη εκπαιδευτικού και μαθητή».
Σε άλλο σημείο λέγει: «Τα παιδιά δεν πρέπει να διδάσκονται, όσα θέλει ο δάσκαλος, αλλά όσα οι μαθητές είναι ικανοί να αφομοιώσουν». Γι’ αυτό και – κατά το Γρηγόριο – ο δάσκαλος πρέπει εγκαίρως να διακρίνει τις κλίσεις και τις ικανότητες των μαθητών του. Για να το πετύχει αυτό ο δάσκαλος και γενικά να πετύχει στο έργο του, πρέπει –κατά το Μ. Βασίλειο- να έχει γνώσεις της ψυχολογίας του ανθρώπου, να είναι ακέραιος στο χαρακτήρα και να έχει «το χάρισμα της διδασκαλίας». Διότι «ου πάντες διδάσκαλοι».
Η διδασκαλία να γίνεται «μετά τέρψεως και χάριτος», ή σε άλλο σημείο «Τέρπειν τε άμα και διδάσκειν» λέγει ο Μ. Βασίλειος, ο δε Χρυσόστομος τονίζει: «δει φθέγγεσθαι, μετά πολλής χάριτος».
                  Επίσης,
Οι ερωτήσεις, κατά τη διδασκαλία, να είναι συχνές και εύστοχες για να προκαλείται η προσοχή και το ενδιαφέρον των μαθητών.
Ο διδάσκων να είναι σαφής, σύντομος, συγκεκριμένος, μεθοδικός και εποπτικός στη διδασκαλία του.
Δεν πρέπει να διατάζει, όταν είναι ανάγκη να συμβουλεύει, ούτε να συμβουλεύει, όταν είναι ανάγκη να διατάζει".
Επιπλέον, η σπουδαιότητα που χαρακτηρίζει το έργο του δασκάλου, δεν επιτρέπει σ’ αυτόν καμία δικαιολογία αποτυχίας, όπως θα μπορούσε να είναι η έλλειψη πείρας, η άγνοια ή κάποια άλλη ανάγκη που προκύπτει εκτάκτως («Ουδέ γάρ απειρίαν εστίν αιτιάσθαι, ουδέ εις άγνοιαν καταφυγείν, ουδέ ανάγκην προβαλέσθαι καμίαν»).
Η γνώμη των μαθητών για το έργο του δασκάλου τους, είναι ο καλύτερος μάρτυρας και η καλύτερη απόδειξη, που επιβεβαιώνει την προσφορά του δασκάλου, αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος («Εις τας Πράξεις», Ομιλία ΜΛ΄).
Βέβαια, η διαρκής και πολύπλευρη επιμόρφωση, είναι απαραίτητη προϋπόθεση, για να πετύχει ο εκπαιδευτικός στο έργο του. «Τους γάρ μέλλοντας είναι διδασκάλους, πρότερον αυτούς κατορθωκέναι δει, και τότε πέμπεσθαι εις τούτο». (Η΄ Ψαλμός, Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Ο δάσκαλος που αγωνίζεται, ο δάσκαλος που μοχθεί, που επιδιώκει το καλύτερο, πρέπει να τύχει της υποστήριξης όλων. «Είδες τον διδάσκαλον αγωνιζόμενον; Παράστηθι». (Λόγος Β΄, Ιωάννου Χρυσοστόμου)
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος θα αναφερθεί με ιδιαίτερη έμφαση και με επιβλητικό λόγο στην πνευματική καθαρότητα του δασκάλου, στη σοφία που πρέπει να τον χαρακτηρίζει, στη φώτιση και την επιδίωξή του να προσεγγίζει το Θεό, οδηγώντας στον ίδιο δρόμο και τους μαθητές του. «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι. Σοφιστήναι και ούτω σοφίσαι. Γενέσθαι φως και φωτίσαι. Αγιασθήναι και αγιάσαι. Εγγίσαι τω Θεώ και προσαγαγείν άλλους».
Η καλύτερη διδασκαλία γίνεται μέσα από το προσωπικό βίωμα και το προσωπικό παράδειγμα. «Είναι εύκολο να διδάσκει κανείς με λόγια. Δίδαξέ με με το βίο σου, μόνο αυτή η διδασκαλία είναι αρίστη»  θα πει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Θεολόγος και ποιητής Γρηγόριος, θα πει τη μνημειώδη επιγραμματική φράση: «Μισώ διδάγμαθ’, οις ενάντιος βίος», ο δε Μ. Βασίλειος θα πει «Ο γάρ μη ποιών και διδάσκων, αναξιόπιστoς εστιν εις ωφελείαν».
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σε ομιλίες του, αναφέρει:
Ο δάσκαλος πρέπει να διακρίνεται για το ελεύθερο πνεύμα του, για την απλότητά του και την ειλικρίνειά του, για την αλήθεια και την καθαρότητα στην άποψη και τη σκέψη. (Ομιλία Γ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου)
Τις γνώσεις που έχει αποκτήσει ο μαθητής, ύστερα από κόπο και προσπάθεια, τις αποθηκεύει βαθιά στο μυαλό του, ενώ όσες έχει αποκτήσει χωρίς κόπο τις ξεχνάει γρηγορότερα. (Ομιλία ΛΒ΄, Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Οι αδύνατοι μαθητές έχουν ανάγκη μιας συνεχούς και μεγαλύτερης φροντίδας, (Εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Ομιλία ΚΕ΄ Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Η επικαιρότητα πρέπει να αποτελεί μέρος της διδακτέας ύλης, προκαλώντας το ενδιαφέρον των μαθητών, ενώ ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός, η διδασκαλία να μην έχει μόνο θεωρητικό χαρακτήρα, αλλά να υποδεικνύει μεθόδους και πρακτικές, που πρέπει να ακολουθηθούν από τους μαθητές, «Τα μεν διδάξαι εύκολον, το δε και οδόν τινα δείξαι, …τούτο εστί το θαυμαστόν». (Εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Ομιλία ΙΓ΄, Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Βασική επιδίωξη κάθε διδασκαλίας είναι να οδηγεί τους μαθητές στην έρευνα, η οποία διευκολύνει το μαθητή και στο να αφομοιώσει τη διδακτέα ύλη, αλλά συμβάλλει γενικότερα και στην επιστημονική γνώση και πρόοδο.
Η διδακτέα ύλη πρέπει να είναι τεκμηριωμένη και να έχει επιλεγεί, για να ικανοποιήσει συγκεκριμένες ανάγκες των παιδιών (Ομιλία ΠΑ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Απαραίτητη είναι, επίσης, η αφομοίωση της προηγούμενης γνώσης και η οικοδόμηση πάνω σ’ αυτήν. (Εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ζ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Μια σύντομη ανακεφαλαίωση των λεχθέντων είναι αναγκαία και μπορεί να αποβεί προς όφελος των μαθητών (Ομιλία Γ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Αναγνωρίζεται το κοπιαστικό έργο του δασκάλου, όταν αναφέρουν ότι «ο διδάσκαλος οφείλει των πόνων τας αμοιβάς έχειν» και «ουκ έστιν άλλος πόνος τοιούτος, ως ο εκείνου». (Ομιλία ΚΑ΄ και ΙΕ΄ Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Η αγάπη πρέπει να προσδιορίζει τη συμπεριφορά μας απέναντι στους νέους. Παράλληλα είναι αναγκαίο να αντιληφθούν εκείνοι, ότι η οποιαδήποτε παρατήρηση, στην οποία προβαίνουμε προκύπτει από ενδιαφέρον και όχι από μίσος και εκδίκηση «ου γάρ μισούντες, αλλά κηδόμενοι εγκαλούμεν» (Εις τη Γένεσιν, Λόγος Δ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Απευθυνόμαστε στα παιδιά, με το ρόλο του κηδεμόνα και όχι με το ρόλο της αυθεντίας και του άρχοντα, και έχοντας ως βασική αρχή συμπεριφοράς, την αγάπη, που πρέπει να διέπει κάθε ενέργειά μας. «είτε επιτιμά τις, είτε άρχει, είτε άρχεται, είτε μανθάνει, είτε διδάσκει, πάντα μετά αγάπης» (Ομιλία ΜΔ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Η όποια επίπληξη ή παρατήρηση του δασκάλου προς τους μαθητές πρέπει να εμπεριέχει, επίσης, συμβουλές και παρακλήσεις προς τους ίδιους. «Μη μόνον εγκαλέσεις, μηδέ επιτιμήσεις, αλλά και συμβουλεύσεις και παρακαλέσεις» (Κατήχηση Έκτη, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Απαιτείται μέτρο και προσοχή για να μην πληγώσουμε τους νέους με τη συμπεριφορά μας και για να μην απολέσουμε, όσα ήδη έχουμε επιτύχει  (Ομιλία Δ΄, Ιωάννου  Χρυσοστόμου).
Συμπληρωματικά ο Μ. Βασίλειος συμβουλεύει το δάσκαλο, να αφήνει τους μαθητές να διορθώνουν μόνοι τα σφάλματά τους, «οι μανθάνοντες, αφ’ εαυτών ελέγχειν το πλημμέλημα, και επανορθούσθαι   τα σφάλματα».
Οι παρατηρήσεις προς τους νέους προϋποθέτουν σύνεση και σωφροσύνη και όπως ο καθένας δεν μπορεί να κάνει το γιατρό, κατά παρόμοιον τρόπο, ο καθένας δε μπορεί να προβαίνει και σε παρατηρήσεις προς τους νέους. (Βασιλείου του Μεγάλου, Όροι κατά πλάτος, κατ’ ερώτησιν και απόκρισιν).
Ο θυμός των μεγάλων στα λάθη των νέων, συνήθως δε βοηθά. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, υποστηρίζει τεκμηριωμένα, ότι η υποχωρητικότητα με λογική, μπορεί να βοηθήσει περισσότερο έναντι του υπέρμετρου θυμού. Ο ίδιος στιγματίζει φοβερά το δαιμονικό θυμό και λέγει, πως ο θυμός, ξεστομίζει λόγια, που πληγώνουν, οι πληγές δημιουργούν τραύματα και τα τραύματα θανατώνουν.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στις «Πράξεις Αποστόλων» υποστηρίζει ότι ο ισότιμος διάλογος των γονέων με τα παιδιά τους, καθώς και το ήπιο κλίμα επικοινωνίας, μπορούν να προκαλέσουν μόνο θετικά αποτελέσματα και στις δύο πλευρές («το μετά επιείκειας διαλέγεσθαι, πόσον εστί κέρδος»).
Τονίζονται, επίσης, από τους τρεις Ιεράρχες, ο σεβασμός στο διάλογο και η συνεχής προσπάθεια για πειθώ, γιατί, η νεότητα διακρίνεται για την ορμή και τη ζωντάνια της. «άγριον η νεότης…ίππος αδάμαστος…θηρίον ατίθασον».
Προτεραιότητα στην παιδεία των Τριών Ιεραρχών έχει και η καλλιέργεια της φρόνησης των νέων και η ένταξή τους στην κοινωνία.
Έτσι, συνιστούν στους νέους να αποφεύγουν τις ακρότητες και τις υπερβολές στη ζωή τους, να ακολουθούν τη μέση οδό, και επίσης να κατανοήσουν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι μεταξύ τους. «Γνωρίζειν την ισονομίαν της φύσεως και αγαπάν το ισόνομον», συνιστά ο Μ. Βασίλειος, και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επιμένει ότι «όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν, ο ένας για τον άλλον και όλοι, για όλους».
Προσπαθήσαμε να ξεδιπλώσουμε μερικές μόνον πτυχές των όσων προσέφεραν οι Τρεις Ιεράρχες, ως διαχρονικοί παιδαγωγοί και δάσκαλοι. Πραγματικά εντυπωσιάζουν οι παιδαγωγικές αρχές  που παρουσιάζουν στο έργο τους. Παιδαγωγικές αρχές που καλύπτουν όλες τις συνιστώσες της εκπαίδευσης, όπως είναι οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι μαθητές, ολόκληρη η κοινωνία. Παιδαγωγικές αρχές,  με κυρίως ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χωρίς διδακτισμούς και κατηγορικές προσταγές. 
Τα τελευταία χρόνια, συνειδητά προβληματιζόμαστε όλοι, και ανησυχούμε για την πορεία, την οποία διανύει η Παιδεία διεθνώς, αλλά ιδιαίτερα στην χώρα μας, η οποία χώρα μας, έχει χιλιετιών παράδοση παιδείας και προσφοράς πολιτιστικής.
Μέσα στην οικονομική κρίση και όχι μόνον, που μαστίζει τη χώρα µας, τίθεται το ερώτημα: Έχει μέλλον η Παιδεία μας; Η απάντηση είναι απλή, μαζί και τραγική: Αν δεν έχει μέλλον η Παιδεία µας, δεν έχει μέλλον και η χώρα µας. Αν αφυπνιστούμε και αποδιώξουµε ό,τι µας βύθισε στη σημερινή κατάσταση, τότε μπορεί αυτή η χώρα να ξαναβρεί το δρόμο της, μέσα από µια συντονισμένη εθνική προσπάθεια, όπου βασικό ρόλο θα παίξει η Παιδεία. Γιατί, αν λ.χ. τη διαφθορά την επιφέρει µόνο η φοροδιαφυγή, τότε αυτή, αντιμετωπίζεται µε διοικητικά μέτρα.
Αν, όμως, τη διαφθορά την επιφέρει µια διευρυμένη ηθική χαλάρωση έως φθορά, τότε αυτή αντιμετωπίζεται µόνο από µια εµπνευσµένη και εµπνέουσα Παιδεία, ουσίας, αρχών, αξιών και πραγματικής γνώσης. Μια Παιδεία, που διαμορφώνει την προσωπικότητα των νέων ανθρώπων, και τους καθιστά πολίτες υπεύθυνους, σκεπτόμενους, κοινωνικά ευαίσθητους, πολίτες µε αρχές, αξίες και ιδανικά, µε ικανότητες, µε γνώσεις και αυτογνωσία. Αρχές και αξίες όπως, αρετή, τιμιότης, σεβασμός, υπακοή, υπομονή, σεμνότητα, πειθαρχία, ευνομία, τάξη, κόπος, μάθηση, δικαιοσύνη, εγκράτεια, ολιγάρκεια, συνεργασία, αλληλεγγύη, πρέπει να επανέλθουν όχι ως θεωρίες, ρητορείες και εντυπωσιασμοί, αλλά ως στοιχεία, που πηγάζουν μέσα από την ιστορία και την παράδοση του τόπου, ως ιδέες και αρχές, με πρότυπα ζωής, που μπορούν να συγκινήσουν και να εμπνεύσουν.
Μια τέτοια Παιδεία μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αφύπνισης, ως πηγή διαφωτισμού. Όπως τη δίδαξαν δια του παραδείγματος οι άγιοι, Τρεις Ιεράρχες, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Βασίλειος ο Μέγας και Γρηγόριος ο Θεολόγος. Πεφωτισμένοι δάσκαλοι και ενσαρκωτές της χριστιανικής πίστης και αλήθειας, υπέροχοι ρήτορες, ανήσυχα και ανυπότακτα πνεύματα, φωτεινά και αιώνια παραδείγματα.
Ας είναι για όλους μας, η μνήμη τους, αφυπνιστική , ανανεωτική και μεταμορφωτική.

                   Σας Ευχαριστώ