Οἱ γονεῖς τῆς Ἑλενίτσας, ζοῦσαν μόνο γιά τόν ἑαυτό τους.
Γι’ αὐτό μωράκι ἀκόμη, τήν πέταξαν στή γιαγιά καί τράβηξαν τόν δρόμο τους.
Ἡ γιαγιά ἔκρυψε τόν πόνο της. «Ἡ ἐγγονή μου δέν θά χαθεῖ, εἶπε. Θά τήν μεγαλώσω. Θά τήν σπουδάσω. Πῶς; Ἔχει ὁ Θεός!»
Πέρασαν τά χρόνια καί νά, ἡ Ἑλενίτσα μέ τήν φροντίδα
τῆς γιαγιᾶς δίνει τό τελευταῖο μάθημα γιά νά μπεῖ στό πανεπιστήμιο.
Χθές ἦρθε σπίτι πετώντας.
- Νενικήκαμεν γιαγιά. Ἄν πάω καί αὔριο τόσο καλά, τό
Σεπτέμβρη πού θά ἀνοίξει ἡ σχολή θά σέ πάρω μαζί μου. Ἐσύ
γιά τό σπίτι καί τό φαγητό. Ἐγώ θά διαβάζω.
Χαμογέλασε ἡ γιαγιά. Μέ κάτι τέτοια
ξεχνοῦσε τόν πόνο της.
- Μέ τήν εὐχή μου Ἑλενίτσα. Καί αὔριο θά πᾶς πολύ καλά. Θά προσεύχομαι ὅλη
νύχτα.
Ἀλλά τήν γιαγιά τήν ἔτρωγε μιά ἀνησυχία. Πονοῦσε πολύ τοῦτες τίς μέρες. Πῆγε κρυφά στό νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ τῆς εἶπαν:
- Θά σέ κρατήσουμε, κινδυνεύεις.
- Καί ἡ ἐγγονή μου τί θά γίνει; Δίνει ἐξετάσεις.
Θά ξημεροβραδυάζεται γιά μένα στά Νοσοκομεῖα τέτοιες μέρες;
Περιβόλι εἶναι τά γράμματα, πού τό σκάβεις ὅταν θέλεις; Χάθηκε τό μάθημα; Πᾶνε τά ὄνειρα τής Ἑλενίτσας.
Δέν τήν κατάφεραν νά μπεῖ γιά θεραπεία. Τῆς ἔδωσαν χαρτί καί ὑπόγραψε ὅτι φεύγει «μέ δική της εὐθύνη».
- Ἄν ξαναπονέσεις, τῆς εἶπαν, ἔλα ἀμέσως μήπως καί σέ
προλάβουμε...
Σάν νά μή τούς ἄκουσε,
γύρισε ἀτάραχη στήν ἐγγονή πού ἔδινε τήν τελική μάχη.
Ὅταν βράδυασε τῆς εἶπε:
- Κοιμήσου νωρίς, νά γράψεις μέ καθαρό μυαλό.
Ἔπειτα πλάγιασε καί αὐτή, μά ποῦ νά κλείσει μάτι.
Τά μεσάνυχτα ἕνας ἀνυπόφορος πόνος τῆς ἔκοψε τήν ἀνάσα. Δαγκώθηκε μήπως
καί ξυπνήσει τήν μικρή. Τελείωσαν τά ψέματα. Ἤ
νοσοκομεῖο ἤ μέχρι ἐδῶ ἦταν.
Νά ξεσηκώσει τέτοια ὥρα τήν Ἑλενίτσα καί νά τρέχουν
σέ γιατρούς; Καί πῶς θά γράψει αὔριο τό παιδί ξενυχτισμένο; Μά εἶναι πράγματα αὐτά;
Ἔτσι σκέφτηκε ἡ ἀγράμματη γρηά, πού δέν
νοιαζόταν γιά τόν ἑαυτό της ἀλλά γιά τούς ἄλλους.
«Παναγία μου, εἶπε,
κράτα με ζωντανή μέχρι τό πρωί, πού θά φύγει ἡ Ἑλενίτσα γιά τίς ἐξετάσεις».
Ξημέρωσε, μά ἡ γιαγιά δέν σηκώθηκε νά ἑτοιμάσει πρωινό. Δέν ἄντεχε.
-Τί ἔπαθες γιαγιά;
-Τίποτε παιδί μου. Ἄργησα νά κοιμηθῶ. Πᾶρε τό πρωινό σου, κάνε τόν Σταυρό σου καί μέ τήν εὔχή μου. Θά γράψεις ἄριστα. Θά γυρίσεις...
γιατρίνα.
Ἡ Ἑλενίτσα δέν κατάλαβε τίποτε. Τήν φίλησε καί έφυγε βιαστικά.
Ὅταν ἡ κοπέλλα ἔγραφε, ἡ γιαγιά ἔλεγε γι' αὐτή τήν τελευταία της
προσευχή. Μετά προσευχήθηκε γιά τούς γονεῖς της, πού ἀκόμη δέν εἶχαν μάθει τί ὀμορφαίνει τή ζωή. Τελευταῖα ψέλλισε δυο λόγια καί
γιά τόν ἑαυτό της.
Ἀργά τό μεσημέρι ή Ἑλενίτσα γύρισε ὁλόχαρη. Μά ἡ γιαγιά δέν μπόρεσε νά τήν συγχαρεῖ. Εἶχε φύγει γιά τόν τόπο τῆς χαρᾶς, πού κατοικοῦν ὅσοι «ἔχασαν» τή ζωή τους γιά τούς ἄλλους.
Βγῆκαν τά ἀποτελέσματα καί ή Ἑλενίτσα πέρασε γιατρίνα.
Ὅταν τό ἔμαθε, δέν ἔτρεξε νά τό πανηγυρίσει. Ἀγόρασε μέ τό φτωχό χαρτζιλίκι της ἕνα ὄμορφο τριαντάφυλλο. Πῆγε στό κοιμητήριο τῆς πόλης καί κατόρθωσε νά
βρεῖ τόν φτωχικό τάφο τῆς γιαγιᾶς. Ἄφησε στό χῶμα τό λουλούδι καί εἶπε δακρυσμένη:
-Γιαγιά πέρασα, ὅπως
τό ἔλεγες. Τώρα ξέρω τί «εὐχαριστῶ» θέλεις. Νά νοιάζομαι ὄχι μόνο γιά τόν ἑαυτό μου ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους. Δόσ' μου τήν εὐχή σου νά τό καταφέρω.-
Ἀρχιμ. Ν.Κομπ.